Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Η Ελλάδα της λογοτεχνίας στο σανίδι Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/05/2003

**Η παράσταση Ούτος είναι ο αστήρ μου, που κόμισε από τη Σύρο στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου η νεοσύστατη θεατρική ομάδα Πόλις, μοσχοβολά φρεσκοπλυμένη μπουγάδα και λεβάντα, ευφραίνει την ακοή μας με τον πλούτο και την κομψότητα μιας ελληνικής γλώσσας του παρελθόντος και παραπέμπει σε φωτογραφίες σέπια, πεφταστέρια, ψυχανεμίσματα. Στο μυστήριο που παραμένει μυστήριο ακόμη κι όταν αποκαλυφθεί.

Τρία λευκοντυμένα, καλλίφωνα κορίτσια καταφέρνουν να «σωματοποιήσουν» την ευγένεια, το χιούμορ, τη λεπτή ειρωνεία του λόγου του Ροΐδη και του Βικέλα, να επικαλεστούν τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων μόνο με την ελαφρά στιλιζαρισμένη κίνηση (χορογραφία Πατρίτσια Λάζου), τη λαλιά, την καθάρια νιότη τους και μερικές πολύχρωμες κορδέλες. Τις βρίσκουμε στο μαύρο άδειο σκηνικό (Τόνια Αβδελοπούλου) να κοιμούνται, να ξυπνούν, να τεντώνονται νωχελικά. Νανουρίσματα. Κρυστάλλινα κοριτσίστικα γέλια, δροσερά ντεκολτέ. Σκοτάδι. Με βραχνή φωνή, βαριά περπατήματα, αφηγούνται το ολοκαύτωμα πίσω τους, τους βιασμούς κορασίδων, τις σφαγές. Αίφνης, πλοίο -(ένα λευκό σεντόνι)- εσώθημεν! Ομως η βιασθείσα δεν ξαναμίλησε ποτέ. «Αν μ' αγαπούσες, αν με πονούσες, ο έρωτάς μας θα 'ταν κρυφός». Και πέφτει στα μαύρα κύματα. Την κατήφεια της φρίκης διαδέχεται η θέρμη της επιβίωσης. Γελάμε με τα διπλοπρόσωπα φεμινιστικά σχόλια του Ροΐδη. Και η ζωή συνεχίζεται...

Η Δέσποινα η Χιώτισσα (Αιμιλία Βάλβη), το Σφαντό (Ρηνιώ Κυριαζή) και η Ανδριάνα η Σμυρνιά (Στέλλα Ράπτη) ανταμώνουν μετά την ανηλεή καταστροφή της Χίου το 1822, προσφυγοπούλες στη συριανή πόλη του Ερμή, που χάρη στην καθολική της ουδετερότητα έμελλε να γίνει σωτήριο καταφύγιο και ανθηρή νέα πατρίδα για χιλιάδες Ελληνες διωγμένους από τα τουρκοκρατούμενα εδάφη. Σε αυτές τις περιηγήτριες της αθέατης ιστορίας αναμοχλεύεται η μοίρα των απανταχού ξεριζωμένων που, αλίμονο, δεν έχουν τελειωμό, εντοπίζουμε ανθρώπινες ιδιότητες υπό εξαφάνιση: αιδώ, φιλοπατρία, φιλία, σεβασμό, χαρά του παιχνιδιού, του τραγουδιού, του χορού. Παρά τη συμφορά που τους βρήκε, από το χορογραφημένο υποσυνείδητό τους απορρέει μια ζωοφόρα ενέργεια («η ψυχή δεν αντέχει εις λύπην διαρκή...» Βικέλας), γεμάτη αίσθημα, σκέψη, ομορφιά.

Η παράσταση (σκηνοθεσία Ελένη Γεωργοπούλου, δραματουργική επεξεργασία Αιμιλία Βάλβη), μολονότι ενίοτε μακρυγορεί στις κινησιολογικές γέφυρες και τις τραγουδιστικές σφήνες, αποπνέει μια ολόφωτη αθωότητα, ανεπιτήδευτη καλαισθησία και μαζί το ρυθμό, την οικονομία και την επεξεργασμένη διαύγεια ώριμου επαγγελματισμού. Φεύγουμε με θαυμασμό και συγκίνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου